Languages Vocab in Greek
- η γλώσσα - language
- η μητρική γλώσσα - native language
- η ξένη γλώσσα - foreign language
- η διάλεκτος - dialect
- η νοηματική γλώσσα - sign language
- η γλωσσολογία - linguistics
- ο/η γλωσσολόγος - linguist
- μαθαίνω - to learn
- το γλωσσομαθής - language learner
- το επίθετο - adjective
- το επίρρημα - adverb
- το ουσιαστικό - noun
- το ρήμα - verb
- το αξάν - accent
- το αλφάβητο - alphabet
- το άρθρο - article
- η έκφραση - expression
- ο ορισμός - definition
- το γράμμα - letter
- το φωνήεν - vowel
- το σύμφωνο - consonant
- δίγλωσσος - bilingual
- η διγλωσσία - bilingualism
- πολύγλωσσος - polyglot / multilingual
- η πολυγλωσσία - multilingualism
- μιλάω - to speak
- προφέρω - to pronounce
- η προφορά - pronunciation
- επικοινωνώ - to communicate
- ακούγομαι - to sound
- τα ελληνικά - (modern) greek
- τα αρχαία ελληνικά - ancient greek
- τα αγγλικά - english
- τα γαλλικά - french
- τα γερμανικά - german
- τα ισπανικά - spanish
- τα πορτογαλικά - portuguese
- τα ολλανδικά - dutch
- τα ιταλικά - italian
- τα τουρκικά - turkish
- τα αραβικά - arabic
- τα νορβηγικά - norwegian
- τα σουηδικά - swedish
- τα φινλανδικά - finnish
- τα δανικά - danish
- τα κινεζικά - chinese
- τα κορεατικά - korean
- τα ιαπωνικά - japanese
- τα ρωσικά - russian
- τα εβραϊκά - hebrew
- τα λατινικά - latin